…που έχω και δουλεύω επάνω στον πάγκο μου ταυτόχρονα. Λίγα δείχνω. Το μυαλό του συγκεκριμένου καλλιτέχνη είναι όλο ιδέες και ενθουσιασμό και ‘να κάνω αυτό-τώρα!!’, μέχρι να έρθει το επόμενο ‘αυτό’ και να χαρώ σαν μικρό παιδί πάλι.

Αυτό που βλέπεις εδώ, θα γίνει μια γλυκούτσικη αλεπού. Αλλά δεν θέλω να σου πω για αυτήν σήμερα. Θέλω να σου πω για το ότι δεν χωράω στον κόσμο που ζούμε. Άκουσέ με σε παρακαλώ. Απλά έχω ανάγκη να τα πω.

Δεν είμαι κορίτσι σαν όλα τα άλλα. Δεν ήμουνα και ποτέ. Δεν μου αρέσουν τα νύχια, οι γόβες, τα ρούχα, το μακιγιάζ, τα κομμωτήρια. Ωραία είναι, αλλά για πολύ λίγο. Δεν με γέμισαν ποτέ. Μου αρέσουν τα λίγα πράγματα που νιώθω δικά μου, που είναι ‘εγώ’: το να ζωγραφίζω και να φτιάχνω πλασματάκια, το διάβασμα, το μαγείρεμα, οι αγκαλιές, τα χαμόγελα, το νοιάξιμο, το να ακούω και να συμπονώ. Και το να σκέφτομαι. Να έχω χρόνο να σκέφτομαι. Και ξέρεις; Ξέρω ότι δεν είμαι μόνη μου σε αυτό. Ότι είμαστε πολλοί που νιώθουμε έτσι. Αλλά πες μου: πώς θα με δεις όπου κι αν είσαι, εσύ που δεν με ξέρεις ακόμα; Και τι μπορώ να σου δώσω;

Είναι μια πολύ δύσκολη εξίσωση το καλλιτέχνης=βιοπορισμός. Ανάλογα με την προσωπικότητα που έχουμε, απαιτεί να κάνουμε πράγματα που μπορούμε και άλλα που μας φαίνονται αδύνατα. Εμένα το αδύνατο μου φαίνεται το ‘μπουρδουκλώνομαι-μες-στο-χαμό-και-βγαίνω-μπροστά-και-λέω-κοίτα-με!’.
ΔΕΝ το ΘΕΛΩ αυτό!

Θέλω να μην φωνάζω την παρουσία μου. Αν με δεις, να σταθείς γιατί κάτι βρήκες που σε αγγίζει. Να το πάρεις από εμένα και να μην νιώθεις ότι μου χρωστάς τίποτα. Γιατί δεν μου χρωστάς. Και μόνο που είσαι εδώ και θα μου αφήσεις μια καρδούλα, σημαίνει ότι με ένιωσες με κάποιο τρόπο. Και θεωρητικά, αυτό φτάνει. Φτάνει όμως; Δεν θέλω να είμαι ούτε εδώ.

Κάθε φορά που ‘μπαίνω’ στα social, νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, σε ένα χάος. ‘Βλέπω’ φασαρία και νιώθω σαν κάτι να με κυνηγάει από παντού. Συγκρίσεις, διαφημίσεις, πωλήσεις… Άνθρωποι που μου επιδεικνύουν τι κατάφεραν, ή που μου προσφέρουν για να μου πάρουν μετά. Και δεν θέλω να είμαι αυτό. Θέλω να είμαι ο τσαγκάρης που κάθεται ήσυχα και δουλεύει στο εργαστήριό του, και που θα έρθει κάποιος να πάρει το καλό, ξεχωριστό ζευγάρι παπούτσια. Που φτιάχτηκε με μεράκι. Θέλω να είμαι το μαγαζάκι στη γωνία, που μπαίνεις και μυρίζει φρεσκοψημένα καλούδια. Θέλω να έρθεις κοντά μου και να ησυχάσεις, να ξεκουραστείς. Να ανακουφιστείς, να εμπνευστείς. Να υπάρξεις με ηρεμία. Σαν τα δέντρα. Τόσο ήσυχα και απλά.

Δεν ξέρω γιατί πρέπει να γίνω κάτι που δεν είμαι για να καταφέρω να συνεχίσω να υπάρχω. Έτσι μου λένε από παντού. Αλλά βλέπω ότι δεν μου ταιριάζει. Μήπως υπάρχει άλλος τρόπος για να συνεχίζουμε να είμαστε άνθρωποι; Και να νιώθουμε κάπως λιγότερο απελπισμένοι και περισσότερο ευτυχισμένοι; Μήπως είναι καλό να ξαναγυρίσουμε λίγο περισσότερο στα παλιά; Εσύ κι εγώ τα ζήσαμε. Τότε που δεν υπήρχε το κινητό και υπήρχε το βιβλίο. Η οικογένεια. Ο τσακωμός. Η βαρεμάρα. Το χειροποίητο. Το λιγότερο εμπορικό και το λιγότερο προσποιητό. Ο άνθρωπος. Με την ατέλειά του. Που όμως ένιωθε λιγότερο μόνος. Γιατί ακριβώς επειδή ένιωθε μόνος, έψαχνε άλλους ανθρώπους για να συνδεθεί. Κι είχε κοντά του λιγότερους. Και δεν συνέκρινε τόσο τον εαυτό του. Μοναξιά είναι κι όταν είμαστε ανάμεσα σε πολλούς, αλλά νιώθουμε ότι δεν ανήκουμε.

‘Αγάπη για το λιγότερο τέλειο’ λέγεται ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη μου. Νομίζω είναι μια καλή μέρα για να το πιάσω λίγο να το διαβάσω. Λέω να μείνω χωρίς κινητό σήμερα (ας δούμε αν θα αντέξω). Να φτιάξω χριστουγεννιάτικα μπισκότα με την κόρη μου και να χαζέψω καμιά feel-good ταινία. Ήρεμα και απλά. Ακριβώς αυτό που λείπει περισσότερο νομίζω…

Εύχομαι να περάσεις όμορφα και ζεστά απόψε το βράδυ.

Να θυμάσαι και να θυμάμαι ότι είμαστε τυχεροί που ζούμε. 

Σου στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά.
Και σ’ευχαριστώ που με διάβασες.

Σχετικά άρθρα: